εβραιολόγος

εβραιολόγος
ο, η
επιστήμονας ειδικός στην εβραιολογία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • εβραιολόγος — ο, η επιστήμονας που ασχολείται με την εβραιολογία (βλ. λ.), εβραϊστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

  • εβραϊστής — ο εβραιολόγος …   Dictionary of Greek

  • Ντομπρόφσκι, Τζόζεφ — (Josef Dobrovsky, 1753 – 1829). Τσέχος ιησουίτης και φιλόσοφος. Σπούδασε σε ιησουίτικο κολέγιο και στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και έγινε διευθυντής σε σεμινάριο και μέλος της ρωσικής Ακαδημίας. Διακρίθηκε ως ιστορικός, ερμηνευτής, παλαιογράφος …   Dictionary of Greek

  • Χαΐμης, Μωυσής — (1864 – 1929). Εβραιολόγος, ιουδαϊκής καταγωγής. Έζησε στην Ελλάδα. Διετέλεσε ανταποκριτής πολλών ξένων εφημερίδων και πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Κέρκυρας. Ίδρυσε στην Κέρκυρα τον Ισραηλίτη Χρονογράφο (1899 – 1901) και στην Αθήνα… …   Dictionary of Greek

  • εβραϊστής — ο εβραιολόγος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”